About this Recording
9.70198 - KONTOGIORGOS, G.: String Quartets Nos. 1-3 (New Hellenic Quartet)
English  Greek 

Κουαρτέττο Αρ. 1 Μονόκερως

Οι συγκυρίες του τελευταίου χρόνου με έφεραν πολλές φορές πίσω στο Παρίσι, είτε ως πραγματικό ταξιδιώτη ή ως ταξιδευτή μέσα από μνήμες που παρέμειναν νωπές παρά το πέρασμα του χρόνου. Έτσι, μου δόθηκε ευκαιρία να επισκεφθώ της “πόλης του φωτός”, που είχαν αποτυπωθεί έντονα στη μνήμη μου μέσα από εικόνες βιβλίων, κάρτες αλληλογραφίας και σκηνές του Γαλλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60. Περίπατοι στις όχθες του Σηκουάνα, στα στενά του Saint Germain και του Quartier Latin, προσκύνημα στη Notre Dame και Sacre Coëre της Μονμάρτης, καθώς και μια σύντομη επίσκεψη στις Βερσαλλίες, ζωντάνεψαν εικόνες από λογοτεχνικά κείμενα των Ουγκώ και Μπαλζάκ. Όμως, περισσότερο έντονα έζησα την ατμόσφαιρα του Παρισιού μέσα από τους Γάλλους εξπρεσιονιστές και τις ολοζώντανες περιγραφές της Tracy Chevalier στο βιβλίο της «Η κυρία και ο Μονόκερως» που διάβάσα πρόσφατα.

Η ιδέα για τη σύνθεση του έργου γεννήθηκε ένα απόγευμα του Σεπτεμβρίου του 2005 στο Παρίσι, καθώς παρατηρούσα το Άλσος της Βουλώνης από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Γι’ αυτό, το πρώτο μέρος, που απετέλεσε την άρχική ιδέα του κουαρτέτου, είναι τονικό και έντονα ρομαντικό. Αργότερα, η σύνθεση εμπλουτίσθηκε με ποικίλες ιδέες από ποικίλα μουσικά ρεύματα. Έτσι, εύκολα αναγνωρίζονται δωδεκαφθογγικά, ατονικά, αλεατορικά, μινιμαλιστικά, ακόμα και pop-rock στοιχεία που συγκροτούν ένα πολύτροπο ύφος και εξελίσσονται σε ένα ευμετάβλητο κλίμα, άλλοτε ήπιο και αισθαντικό ή δραματικό, άλλοτε βίαιο και επιθετικό. Οι εναλλαγές αυτές μεταξύ κλασσικού και μοντέρνου, οι οποίες αποτελούν ένα είδος εσωτερικής σύγκρουσης στη λήψη αποφάσεων κατά τη διαδικασία της σύνθεσης, είναι ανάλογες με τον τρόπο που ο μονόκερως ασκώντας τη γοητεία του προσπαθεί να επικρατήσει δυναμικά, καταλύοντας την αθωότητα και υπερνικώντας το ρομαντισμό. Αφού ολοκλήρωσα το κουαρτέτο, με κατέλαβε μια ακατανίκητη επιθυμία να το τιτλοφορήσω. Έτσι, επειδή «ça, c’est mon seul désir», χωρίς να το σκεφθώ πολύ του έδωσα αμέσως ως τίτλο το όνομα του μυθικού ζώου «Μονόκερως».

Αθήνα, Νοέμβριος 2006

Κουαρτέττο Αρ. 2 de Profundis

Το 2ο κουαρτέττο εγχόρδων μου με την επωνυμία «de profundis» αποτελείται από τρία μέρη και η συνολική διάρκειά του είναι περί τα 16 λεπτά.

Μετά την ηχογράφηση του 1ου κουαρτέτου μου με την επωνυμία «Μονόκερως» με το «Νέο Ελληνικό Κουαρτέττο» στην αίθουσα Συναυλιών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας της Θεσσαλονίκης στις 4 Φεβρουαρίου του 2007, μεταβήκαμε σε μια ταβέρνα κοντά στην πλατεία Συντριβανίου για να γιορτάσουμε το γεγονός. Κάποια στιγμή, αφού είχαμε ολοκληρώσει τις προπόσεις και τις ευχές για συνέχιση της γόνιμης συνεργασίας μας με τη σύνθεση του 2ου κουαρτέττου, και ενώ ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, καθηλωθήκαμε ακούγοντας ξαφνικά την παρέα από το διπλανό τραπέζι να σιγοτραγουδάει. Η αυστηρή προσωδιακή ροή της μονοφωνικής μελωδίας και η «εκ βαθέων» εκφορά του λόγου μας έκανε να μεταβούμε σε επίπεδο μυσταγωγίας και κατάνυξης. Όταν τους ρωτήσαμε από κατάγονται, μας είπαν ότι είναι Βλάχοι από τα Γρεβαινά, των ανατολικών πλαγιών τις οροσειράς της Πίνδου. Τότε συνέλαβα την ιδέα ότι το 2ο κουαρτέττο μου πρέπει να εμπεριέχει την «εκ βαθέων» δυναμική, ώστε να συναντά τον υπέρτατο ενθουσιασμό, την καταιγιστική και «δαιμονική» – σύμφωνα με την αρχαία ένοια – ερμηνευτική ορμή που μετουσιώνεται σε θετική ενέργεια που ακτινοβολεί το «Νέο Ελληνικό Κουαρτέττο».

Μερικές φορές σκέπτομαι ότι εάν έπαιζα βιολί θα ήθελα να παίζω σαν το Δεμερτζή και εάν έπαιζα σε κουαρτέττο εγχόρδων θα ήθελα να παίζω με τους μουσικούς του «Νέου Ελληνικού Κουαρτέττου». Έτσι, επιστράτευσα τις δυνάμεις μου για να γράψω το 2ο κουαρτέττο συντονίζοντας τη δύναμη της ψυχής μου με την «εκ βαθέων» δυναμική του «Νέου Ελληνικού Κουαρτέττου». Δεν ξέρω αν κατάφερα να πραγματοποιήσω τους στόχους μου, αλλά σε κάθε περίπτωση, τους το αφιερώνω «de profundis».

Αθήνα, 25 Οκτωβρίου 2007

Κουαρτέττο Αρ. 3 Βυζαντινό

Ουδέποτε υπήρξα έντονα θρησκευόμενος. Όμως, το βυζαντινό μέλος, ανέκαθεν μου ασκούσε μια υπέρτατη γοητεία, ιδιαίτερα την περίοδο που αρχίζει από τους Χαιρετισμούς με κυρίαρχο το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω» της λειτουργίας του «Ακαθίστου Ύμνου» και καταλήγει με το πέρας της μεγάλης εβδομάδας, με την κατανυκτική αναπαράσταση του Θείου Δράματος και τη μοναδική ποιητική του «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, Ο εν ύδασοι την γην κρεμάσας» της Μεγάλης Πέμπτης, καθώς και την υπέροχη ψαλμωδία: «Ω! Γλυκύ μου Έαρ … που έδυ Σου το κάλλος» του Επιταφίου της Μεγάλης Παρασκευής. Η αναφορά στις μέρες αυτές είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την περίοδο της εφηβείας μου, όπως τη βίωσα στην επαρχία. Tο φτερούγισμα των χελιδονιών και το μεθυστικό άρωμα των ανθών της νεραντζιάς σηματοδοτούσαν την εκρηκτική έλευση της άνοιξης. Πάντα πρόθυμοι ως μαθητές του Γυμνασίου Αρρένων για τον εκκλησιασμό της λειτουργίας των Χαιρετισμών. Καθαροί, με ελαφρό ανοιξιάτικο ρουχισμό, βηματίζαμε αργά, οδεύοντας αδιαμαρτύρητα προς τη Μητρόπολη. Έπειτα, με πειθαρχία καταλαμβάναμε σιωπηλά το δεξιό διάδρομο της εκκλησίας. Από την αντίθετη πλευρά της πόλης, οι μαθήτριες του Γυμνασίου Θηλέων ανηφόριζαν για να φθάσουν επίσης στη Μητρόπολη και να καταλήξουν στον αριστερό διάδρομο. Η θαλπωρή από την αχλύ των κεριών, η ευωδιά των ανατολίτικων θυμιαμάτων και οι ψαλμωδίες υπό την εμμονή των πένθιμων καμπανοκρουσιών, διαμόρφωναν ένα μυσταγωγικό περιβάλλον, αλλά παράλληλα και μια διάχυτα ερωτική ατμόσφαιρα. Ενίοτε, εν μέσω ευλαβικής προσήλωσης στη Θεία Λειτουργία, τα βλέμματά μας στρέφονταν δειλά προς τα αριστερά, για να αντικρίσουν αίφνης στις ροδοκόκκινες παρειές και τα μόλις προέχοντα στήθη των κοριτσιών. Οι χρυσοποίκιλτες εικόνες, τα ασημοστόλιστα καντήλια και καταμεσής του θόλου ο Παντοκράτορας, παρέμεναν σιωπηλοί μάρτυρες των όσων διέτρεχαν τη σκέψη μας και δονούσαν το σώμα, το νου και την καρδιά μας.

Με το Βυζαντινό κουαρτέττο, επεχείρησα να μεταφέρω εικόνες που απορρέουν απ’ αυτή την εκστατική ατμόσφαιρα, καθώς και από τη μυσταγωγία, το λυρισμό των ποιητικών κειμένων και το εκκλησιαστικό μέλος. Έτσι, πολλές φορές διατήρησα αναλλοίωτα μελωδικά θραύσματα και φράσεις των Βυζαντινών ύμνων, ενώ παράλληλα προσπάθησα να επεξεργαστώ περαιτέρω το μελωδικό στοιχείο και να δώσω μια άλλη διάσταση στην αρμονική δομή, πέρα από την μονοδιάστατη εμμονή του ψαλτικού ισοκρατήματος.

Αγριά - Πήλιο, Οκτώβριος 2011

Το βιολί της μητέρας μου

Το βιολί της μητέρας μου είναι έργο για σόλο βιολί διάρκειας 5:40 περίπου. Αποτελείται από θέμα και παραλλαγές που παίζονται σε μία κίνηση. Η σύνθεση έγινε το Μάρτιο του 2007, αλλά τροποποιήθηκε αρκετές φορές μέχρι να καταλήξει δύο χρόνα αργότερα στην τελική του μορφή.

Η μητέρα μου από μικρή λάτρευε τη μουσική. Έτσι, σε νεαρή ηλικία εξεδήλωσε την επιθυμία να μάθει βιολί. Πρόθυμος και γαλαντόμος ο πατέρας της, ικανοποίησε άμεσα την επιθυμία της. Αγόρασε και της προσέφερε ένα ολοκαίνουργο βιολί ιταλικής κατασκευής Luigi Montanari του 1904, ενώ παράλληλα κάλεσε τον κύριο Σαράτση, τον κατά τεκμήριο καλύτερο δάσκαλο της Λαμίας, για να την εκπαιδεύσει. Μελέτησε μεθοδικά κάτω από δύσκολες συνθήκες, πολλές φορές στο πλυσταριό του υγρού και σκοτεινού υπογείου, του πατρικού της Πλατείας Διάκου, για να μην ενοχλεί την πολυμελή οικογένεια με τις μονότονα επαναλαμβανόμενες κλίμακες και ασκήσεις τεχνικής. Μετά από 7 έτη συνεχούς μελέτης, ο δάσκαλός της παρουσιάσθηκε στον πατέρα της και του δήλωσε ότι κόρη του εξάντλησε με επιτυχία όλο το ρεπερτόριο που εκείνος μπορούσε να της διδάξει. Έτσι, κατά τη γνώμη του, για να προχωρήσει και να ολοκληρώσει της σπουδές της, θα έπρεπε να συνεχίσει τα μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών. Φυσικά, η απάντηση ήταν κατηγορηματικά αρνητική, χωρίς σχόλια και χωρίς κανένα περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση. Η μητέρα μου περιέπεσε σε βαθειά μελαγχολία, από την οποία χρειάσθηκε πολύς χρόνος για να ανακάμψει. Έκτοτε, όχι μόνο δεν άγγιξε το δοξάρι, αλλά δεν άντεχε ούτε καν να ακούσει ήχο βιολιού.

Το βιολί της μητέρας μου το ανέσυρα από ένα μπαούλο με άχρηστα αντικείμενα του σπιτιού της Πλατείας Διάκου και το φύλαξα ως κόρη οφθαλμού. Μετά από αρκετά χρόνια, το έδωσα για γενική επισκευή και το αποκατέστησα πλήρως. Προσωπικά, για συναισθηματικούς και μόνο λόγους, το θεωρώ ως το πλέον πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο. Για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση, αποφάσισα να το δανείζω για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα σε βιολιστές. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι εκλεκτοί συνεργάτες μου Γιώργος Δεμερτζής και Sergiu Nastaja. Κατά τη γνώμη τους, το βιολί αυτό είναι ένα κομψό και γοητευτικό όργανο, που δε διαθέτει τη δυναμική ενός εγχόρδου concertante, αλλά αναδύει ένα βελούδινο και γλυκό ήχο. Αισθάνομαι πολύ ικανοποιημένος με την περιγραφή αυτή, γιατί ταιριάζει μοναδικά με τον ήπιο χαρακτήρα και τη σεμνή φυσιογνωμία της μητέρας μου.

Το έργο αρχίζει με μία πρόσχαρη μελωδία, η οποία εξελίσσεται σύντομα. Μετά από βραχέα συμβάντα και περάσματα, ενίοτε «αντιβιολιστικά», προσλαμβάνει έντονα δραματικό χαρακτήρα.

Είμαι υποχρεωμένος να αναφερθώ στο φίλο και συνεργάτη μου, εξαίρετο βιολιστή Γιώργο Δεμερτζή, ο οποίος ερμήνευσε μοναδικά το έργο αυτό, το ηχογράφησε με δική του πρωτοβουλία και μου προσέφερε με αγάπη ως γαμήλιο δώρο το εξαίσιο ηχητικό αποτέλεσμα. Τον ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου.

Αθήνα, 21 Νοεμβρίου 2009

Μειξητροπία

Η Μειξητροπία για ορχήστρα εγχόρδων, είναι ένα σύντομο έργο σε ένα μέρος. Όπως φαίνεται από τον τίτλο, πρόκειται για μία μελωδική σειρά που ενώ κινείται στο Φρύγιο αρχαϊκό Ελληνικό τρόπο (όχι το Φρύγιο τρόπο του Γρηγοριανού μέλους), κατά την εξέλιξη του έργου εναλλάσσεται με την ελάσσονα και ενίοτε με τη μείζονα δυτική κλίμακα. Αυτή η μείξη, που συχνά είναι ασύμβατη με την παραδοσιακή χρήση αυτών των υλικών, δημιουργεί αναπόφευκτα μία χρωματική αντινομία μεταξύ της έκτης και έβδομης βαθμίδας των προαναφερθέντων τρόπων, που προσδίδει στη σύνθεση ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η Ρε ελάσσονα με βάσιμο την τονική, που παίζεται έμμονα από τα κόντρα μπάσσα και τα βιολοντσέλλα. Οι επαναλήψεις των δομικών μελωδικών στοιχείων εμφανίζονται με διαφορετική εξέλιξη ή ενορχήστρωση και συχνά με απροετοίμαστες μετατροπίες, οι οποίες γίνονται πυκνότερες προς το τέλος του έργου. Ενδιάμεσα περάσματα υπενθυμίζουν έντονα το Baroque ύφος μουσικής, το οποίο διαρρηγνύει την κατά τα άλλα μινιμαλιστική ροή του έργου.

Η σύνθεση του έργου έγινε στις αρχές Μαρτίου του 2011 και ένα χρόνο αργότερα το μετέγραψα για κουαρτέττο εγχόρδων. Ο τίτλος του έργου Μειξητροπία δόθηκε από το μέντορα και επιστήθιο φίλο μου, συνθέτη Χρήστο Χατζή, στον οποίο και το αφιερώνω.

Αγριά - Πήλιο, 1 Ιουνίου 2012

Γιώργος Κοντογιώργος


Close the window